σκαρφίζομαι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σκαρφίζομαι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική *σκαριφίζομαι < ελληνιστική κοινή σκαριφάομαι, ῶμαι, με μεταπλασμό σε -ίζομαι.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ska.ɾiˈfi.zo.me/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : σκα‐ρι‐φί‐ζο‐μαι
Ρήμα
[επεξεργασία]σκαρφίζομαι (αποθετικό), μτχ.π.ε.: σκαρφιζόμενος, μτχ.π.π.: σκαρφισμένος
- (προφορικό, οικείο, συνήθως αρνητική συνυποδήλωση) επινοώ, σκέφτομαι κάτι πρωτότυπο για να δώσω λύση σε ένα πρακτικό ή θεωρητικό πρόβλημα
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | σκαρφίζομαι | σκαρφιζόμουν(α) | θα σκαρφίζομαι | να σκαρφίζομαι | σκαρφιζόμενος | |
| β' ενικ. | σκαρφίζεσαι | σκαρφιζόσουν(α) | θα σκαρφίζεσαι | να σκαρφίζεσαι | (σκαρφίζου) | |
| γ' ενικ. | σκαρφίζεται | σκαρφιζόταν(ε) | θα σκαρφίζεται | να σκαρφίζεται | ||
| α' πληθ. | σκαρφιζόμαστε | σκαρφιζόμαστε σκαρφιζόμασταν |
θα σκαρφιζόμαστε | να σκαρφιζόμαστε | ||
| β' πληθ. | σκαρφίζεστε | σκαρφιζόσαστε σκαρφιζόσασταν |
θα σκαρφίζεστε | να σκαρφίζεστε | (σκαρφίζεστε) | |
| γ' πληθ. | σκαρφίζονται | σκαρφίζονταν σκαρφιζόντουσαν |
θα σκαρφίζονται | να σκαρφίζονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | σκαρφίστηκα | θα σκαρφιστώ | να σκαρφιστώ | σκαρφιστεί | ||
| β' ενικ. | σκαρφίστηκες | θα σκαρφιστείς | να σκαρφιστείς | σκαρφίσου | ||
| γ' ενικ. | σκαρφίστηκε | θα σκαρφιστεί | να σκαρφιστεί | |||
| α' πληθ. | σκαρφιστήκαμε | θα σκαρφιστούμε | να σκαρφιστούμε | |||
| β' πληθ. | σκαρφιστήκατε | θα σκαρφιστείτε | να σκαρφιστείτε | σκαρφιστείτε | ||
| γ' πληθ. | σκαρφίστηκαν σκαρφιστήκαν(ε) |
θα σκαρφιστούν(ε) | να σκαρφιστούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω σκαρφιστεί | είχα σκαρφιστεί | θα έχω σκαρφιστεί | να έχω σκαρφιστεί | σκαρφισμένος | |
| β' ενικ. | έχεις σκαρφιστεί | είχες σκαρφιστεί | θα έχεις σκαρφιστεί | να έχεις σκαρφιστεί | ||
| γ' ενικ. | έχει σκαρφιστεί | είχε σκαρφιστεί | θα έχει σκαρφιστεί | να έχει σκαρφιστεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε σκαρφιστεί | είχαμε σκαρφιστεί | θα έχουμε σκαρφιστεί | να έχουμε σκαρφιστεί | ||
| β' πληθ. | έχετε σκαρφιστεί | είχατε σκαρφιστεί | θα έχετε σκαρφιστεί | να έχετε σκαρφιστεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν σκαρφιστεί | είχαν σκαρφιστεί | θα έχουν σκαρφιστεί | να έχουν σκαρφιστεί | ||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- σκαρφίζομαι - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
- σκαρφίζομαι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- σκαρφίζομαι - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ίζομαι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ρήματα χωρίς ενεργητική φωνή (νέα ελληνικά)
- Προφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Οικείοι όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)