σκαρφαλώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκαρφαλώνω < σκαλώνω + καρφώνω, παθητική φωνή σκαρφαλώνομαι, μετοχή παθητικού παρακειμένου σκαρφαλωμένος.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σκαρφαλώνω

  1. ανεβαίνω σε μια επιφάνεια με μεγάλη κλίση (πχ σκάλα, πλαγιά βουνού, βράχο κλπ) χρησιμοποιώντας και τα χέρια μου για να πιαστώ

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]