σκαρώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκαρώνω < → δείτε τις λέξεις: σκαρί και -ώνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ska.ˈɾɔ.nɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σκαρώνω

  1. βάζω πλεούμενο σε σκαρί για να το επισκευάσω ή αρχίζω την κατασκευή του
  2. (μεταφορικά) σχεδιάζω ή έχω ήδη κάποιο σχέδιο στο μυαλό μου

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]