σκαρώνω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /skaˈɾo.no/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : σκα‐ρώ‐νω
Ρήμα
[επεξεργασία]σκαρώνω (μεταβατικό) (προφορικό), παθ.φωνή: σκαρώνομαι, μτχ.π.π.: σκαρωμένος
- ασχολούμαι με την εκτέλεση έργου
- (μεταφορικά) σχεδιάζω κάτι κρυφά, βιαστικά ή ύπουλα
Τί σκαρώνει άραγε;
Κάτι βρώμικο σκαρώνεται.- ≈ συνώνυμα: εξυφαίνω, μαγειρεύω, μηχανεύομαι, σκαρφίζομαι, σοφίζομαι, τεχνάζομαι
- → δείτε και σιγοβράζω
- φτιάχνω κάτι γρήγορα και πρόχειρα
- (παρωχημένο) βάζω πλεούμενο σε σκαρί για να το επισκευάσω ή αρχίζω την κατασκευή του
Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | σκαρώνω | σκάρωνα | θα σκαρώνω | να σκαρώνω | σκαρώνοντας | |
| β' ενικ. | σκαρώνεις | σκάρωνες | θα σκαρώνεις | να σκαρώνεις | σκάρωνε | |
| γ' ενικ. | σκαρώνει | σκάρωνε | θα σκαρώνει | να σκαρώνει | ||
| α' πληθ. | σκαρώνουμε | σκαρώναμε | θα σκαρώνουμε | να σκαρώνουμε | ||
| β' πληθ. | σκαρώνετε | σκαρώνατε | θα σκαρώνετε | να σκαρώνετε | σκαρώνετε | |
| γ' πληθ. | σκαρώνουν(ε) | σκάρωναν σκαρώναν(ε) |
θα σκαρώνουν(ε) | να σκαρώνουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | σκάρωσα | θα σκαρώσω | να σκαρώσω | σκαρώσει | ||
| β' ενικ. | σκάρωσες | θα σκαρώσεις | να σκαρώσεις | σκάρωσε | ||
| γ' ενικ. | σκάρωσε | θα σκαρώσει | να σκαρώσει | |||
| α' πληθ. | σκαρώσαμε | θα σκαρώσουμε | να σκαρώσουμε | |||
| β' πληθ. | σκαρώσατε | θα σκαρώσετε | να σκαρώσετε | σκαρώστε | ||
| γ' πληθ. | σκάρωσαν σκαρώσαν(ε) |
θα σκαρώσουν(ε) | να σκαρώσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω σκαρώσει | είχα σκαρώσει | θα έχω σκαρώσει | να έχω σκαρώσει | ||
| β' ενικ. | έχεις σκαρώσει | είχες σκαρώσει | θα έχεις σκαρώσει | να έχεις σκαρώσει | ||
| γ' ενικ. | έχει σκαρώσει | είχε σκαρώσει | θα έχει σκαρώσει | να έχει σκαρώσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε σκαρώσει | είχαμε σκαρώσει | θα έχουμε σκαρώσει | να έχουμε σκαρώσει | ||
| β' πληθ. | έχετε σκαρώσει | είχατε σκαρώσει | θα έχετε σκαρώσει | να έχετε σκαρώσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν σκαρώσει | είχαν σκαρώσει | θα έχουν σκαρώσει | να έχουν σκαρώσει |
| |
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | σκαρώνομαι | σκαρωνόμουν(α) | θα σκαρώνομαι | να σκαρώνομαι | ||
| β' ενικ. | σκαρώνεσαι | σκαρωνόσουν(α) | θα σκαρώνεσαι | να σκαρώνεσαι | (σκαρώνου) | |
| γ' ενικ. | σκαρώνεται | σκαρωνόταν(ε) | θα σκαρώνεται | να σκαρώνεται | ||
| α' πληθ. | σκαρωνόμαστε | σκαρωνόμαστε σκαρωνόμασταν |
θα σκαρωνόμαστε | να σκαρωνόμαστε | ||
| β' πληθ. | σκαρώνεστε | σκαρωνόσαστε σκαρωνόσασταν |
θα σκαρώνεστε | να σκαρώνεστε | (σκαρώνεστε) | |
| γ' πληθ. | σκαρώνονται | σκαρώνονταν σκαρωνόντουσαν |
θα σκαρώνονται | να σκαρώνονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | σκαρώθηκα | θα σκαρωθώ | να σκαρωθώ | σκαρωθεί | ||
| β' ενικ. | σκαρώθηκες | θα σκαρωθείς | να σκαρωθείς | σκαρώσου | ||
| γ' ενικ. | σκαρώθηκε | θα σκαρωθεί | να σκαρωθεί | |||
| α' πληθ. | σκαρωθήκαμε | θα σκαρωθούμε | να σκαρωθούμε | |||
| β' πληθ. | σκαρωθήκατε | θα σκαρωθείτε | να σκαρωθείτε | σκαρωθείτε | ||
| γ' πληθ. | σκαρώθηκαν σκαρωθήκαν(ε) |
θα σκαρωθούν(ε) | να σκαρωθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω σκαρωθεί | είχα σκαρωθεί | θα έχω σκαρωθεί | να έχω σκαρωθεί | σκαρωμένος | |
| β' ενικ. | έχεις σκαρωθεί | είχες σκαρωθεί | θα έχεις σκαρωθεί | να έχεις σκαρωθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει σκαρωθεί | είχε σκαρωθεί | θα έχει σκαρωθεί | να έχει σκαρωθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε σκαρωθεί | είχαμε σκαρωθεί | θα έχουμε σκαρωθεί | να έχουμε σκαρωθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε σκαρωθεί | είχατε σκαρωθεί | θα έχετε σκαρωθεί | να έχετε σκαρωθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν σκαρωθεί | είχαν σκαρωθεί | θα έχουν σκαρωθεί | να έχουν σκαρωθεί | ||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σχεδιάζω, επινοώ κάτι στα κρυφά, βιαστικά ή ύπουλα
Μεταφράσεις προς κατάταξη κατά έννοια
Πηγές
[επεξεργασία]- σκαρώνω - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)
- σκαρώνω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- σκαρώνω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Λέξεις με επίθημα -ώνω (νέα ελληνικά)
- Ρήματα σε -ώνω
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Προφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το «δηλώνω»
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)