Μετάβαση στο περιεχόμενο

σκαρώνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σκαρώνω < σκαρί + -ώνω.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /skaˈɾo.no/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σκαρώνω

σκαρώνω (μεταβατικό) (προφορικό), παθ.φωνή: σκαρώνομαι, μτχ.π.π.: σκαρωμένος

  1. ασχολούμαι με την εκτέλεση έργου
     συνώνυμα: κάνω, δημιουργώ
  2. (μεταφορικά) σχεδιάζω κάτι κρυφά, βιαστικά ή ύπουλα
    παράδειγμα Τί σκαρώνει άραγε;
    παράδειγμα Κάτι βρώμικο σκαρώνεται.
     συνώνυμα: εξυφαίνω, μαγειρεύω, μηχανεύομαι, σκαρφίζομαι, σοφίζομαι, τεχνάζομαι
     δείτε και σιγοβράζω
  3. φτιάχνω κάτι γρήγορα και πρόχειρα
  4. (παρωχημένο) βάζω πλεούμενο σε σκαρί για να το επισκευάσω ή αρχίζω την κατασκευή του

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
Μεταφράσεις προς κατάταξη κατά έννοια