σκασμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική σκασμένος σκασμένη σκασμένο
γενική σκασμένου σκασμένης σκασμένου
αιτιατική σκασμένο σκασμένη σκασμένο
κλητική σκασμένε σκασμένη σκασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σκασμένοι σκασμένες σκασμένα
γενική σκασμένων σκασμένων σκασμένων
αιτιατική σκασμένους σκασμένες σκασμένα
κλητική σκασμένοι σκασμένες σκασμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σκάω, σκάζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

σκασμένος, -η, -ο

  1. που έχει σκάσει, εκραγεί ή ξεφουσκώσει βίαια
    ένα σκασμένο λάστιχο, ένα σκασμένο μπαλόνι
  2. πολύ στενοχωρημένος ή εκνευρισμένος
    άσε με, μου χάλασε πάλι το αυτοκίνητο και είμαι σκασμένος
  3. χαρακτηρισμός για κάποιον, συνήθως παιδί, που το θεωρούμε ίσως ενοχλητικό αλλά χαριτωμένο
    βρε τα σκασμένα τα διαβολόπαιδα, τι πήγανε πάλι και σκαρώσανε


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]