σκασμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκασμός σκασμοί
γενική σκασμού σκασμών
αιτιατική σκασμό σκασμούς
κλητική σκασμέ σκασμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκασμός < σκάω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκασμός αρσενικό

  1. (παρωχημένο) μεγάλη στεναχώρια

Open book 01.svg Επιφώνημα[επεξεργασία]

σκασμός

  1. (αγενές) ησυχία

Εκφράσεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]