σκαφοκεφαλία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σκαφοκεφαλία οι σκαφοκεφαλίες
      γενική της σκαφοκεφαλίας των σκαφοκεφαλιών
    αιτιατική τη σκαφοκεφαλία τις σκαφοκεφαλίες
     κλητική σκαφοκεφαλία σκαφοκεφαλίες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκαφοκεφαλία < σκαφ(η) + -ο- + -κεφαλία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκαφοκεφαλία θηλυκό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]