σκεμπές

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκεμπές σκεμπέδες
γενική σκεμπέ σκεμπέδων
αιτιατική σκεμπέ σκεμπέδες
κλητική σκεμπέ σκεμπέδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκεμπές < τουρκική işkembe < περσική شكنبه (işkanba)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκεμπές αρσενικό

  1. Στομάχι ζώου
  2. Προτεταμένη κοιλιά άνδρα:
    "μάζεψε το σκεμπέ σου να περάσω !", κοίτα σκεμπέ που έκανε !
  3. (αργκό) ο παχύσαρκος

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]