σκεπασμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική σκεπασμένος σκεπασμένη σκεπασμένο
γενική σκεπασμένου σκεπασμένης σκεπασμένου
αιτιατική σκεπασμένο σκεπασμένη σκεπασμένο
κλητική σκεπασμένε σκεπασμένη σκεπασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σκεπασμένοι σκεπασμένες σκεπασμένα
γενική σκεπασμένων σκεπασμένων σκεπασμένων
αιτιατική σκεπασμένους σκεπασμένες σκεπασμένα
κλητική σκεπασμένοι σκεπασμένες σκεπασμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκεπασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σκεπάζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

σκεπασμένος, -η, -ο

  1. που έχει σκεπαστεί
  2. που είναι κάτω από σκέπασμα


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]