σκεπτικιστής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκεπτικιστής σκεπτικιστές
γενική σκεπτικιστή σκεπτικιστών
αιτιατική σκεπτικιστή σκεπτικιστές
κλητική σκεπτικιστή σκεπτικιστές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκεπτικιστής < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκεπτικιστής αρσενικό

  • αυτός που έχει αμφιβολίες και ενδοιασμούς για κάτι
όλοι ήταν ενθουσιασμένοι από τις εξελίξεις, αυτός όμως παρέμενε σκεπτικιστής

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]