σκευομορφικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική σκευομορφικός σκευομορφική σκευομορφικό
γενική σκευομορφικού σκευομορφικής σκευομορφικού
αιτιατική σκευομορφικό σκευομορφική σκευομορφικό
κλητική σκευομορφικέ σκευομορφική σκευομορφικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σκευομορφικοί σκευομορφικές σκευομορφικά
γενική σκευομορφικών σκευομορφικών σκευομορφικών
αιτιατική σκευομορφικούς σκευομορφικές σκευομορφικά
κλητική σκευομορφικοί σκευομορφικές σκευομορφικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκευομορφικός < αγγλική skeuomorphic < skeuomorph < αρχαία ελληνική σκεῦος + αρχαία ελληνική μορφή

Επίθετο[επεξεργασία]

σκευομορφικός, -ή, -ό

  • (νεολογισμός) που έχει σχέση με τον σκευομορφισμό ή αναφέρεται σ' αυτόν
    Καθώς η Apple ανακοίνωσε όμως το νέο λειτουργικό iOS 7 για το iPhone της, που απομακρύνεται από τον σκευομορφικό σχεδιασμό, ίσως ο όρος χαθεί και πάλι σιγά σιγά στα κείμενα των ειδικών της τεχνολογίας και του ντιζάιν. (*)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]