σκευωρία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκευωρία σκευωρίες
γενική σκευωρίας σκευωριών
αιτιατική σκευωρία σκευωρίες
κλητική σκευωρία σκευωρίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκευωρία < αρχαία ελληνική σκευωρία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκευωρία θηλυκό

  1. συνωμοσία που στρέφεται εις βάρος προσώπου ή συνόλου ή θεσμού με χαλκευμένες κατηγορίες
    Με ανακοίνωσή της η εταιρεία αρνείται τις κατηγορίες για διαφθορά και καταγγέλλει σκευωρία εις βάρος της


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]