Μετάβαση στο περιεχόμενο

σκευώρημα

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ σκευώρημᾰ τὰ σκευωρήμᾰτ
      γενική τοῦ σκευωρήμᾰτος τῶν σκευωρημᾰ́των
      δοτική τῷ σκευωρήμᾰτ τοῖς σκευωρήμᾰσῐ(ν)
    αιτιατική τὸ σκευώρημᾰ τὰ σκευωρήμᾰτ
     κλητική ! σκευώρημᾰ σκευωρήμᾰτ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  σκευωρήμᾰτε
γεν-δοτ τοῖν  σκευωρημᾰ́τοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'ὄνομα' όπως «ὄνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σκευώρημα < σκευωρέω + -μα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σκευώρημα, -ατος ουδέτερο

  • απάτη, δόλος, μηχανορραφία
      4ος πκε αιώνας Δημοσθένης, Πρὸς Σπουδίαν ὑπὲρ προικός, 24 @scaife.perseus
    καίτοι πολλάκις ὑμεῖς ἓν μόνον σκευώρημα συνιδόντες, τούτῳ κατὰ τῶν ἄλλων τῶν ἐγκαλουμένων ἐχρήσασθε τεκμηρίῳ·
      4ος πκε αιώνας Δημοσθένης, Παραγραφὴ ὑπὲρ Φορμίωνος, 33 @scaife.perseus
    ἀλλʼ εἶναι τοῦτο πλάσμα καὶ σκευώρημʼ ὅλον, ἕτερον δʼ ἕνεκα τούτου πάντα ταῦτα συγχωρεῖν τὸν πρὸ τοῦ χρόνον καὶ οὐχὶ δικάζεσθαι,

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]