Μετάβαση στο περιεχόμενο

σκηνοθετήσει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σκηνοθετήσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκηνοθετώ
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκηνοθετώ
  3. θα σκηνοθετήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σκηνοθετώ