Μετάβαση στο περιεχόμενο

σκηνοθετήσουν

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σκηνοθετήσουν

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκηνοθετώ
  2. θα σκηνοθετήσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σκηνοθετώ