σκιαγράφηση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | σκιαγράφηση | οι | σκιαγραφήσεις |
| γενική | της | σκιαγράφησης* | των | σκιαγραφήσεων |
| αιτιατική | τη | σκιαγράφηση | τις | σκιαγραφήσεις |
| κλητική | σκιαγράφηση | σκιαγραφήσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, σκιαγραφήσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σκιαγράφηση θηλυκό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σκιαγραφώ
- ※ Μέσα από τα αφηγηματικά τεχνάσματα ο ποιητής ενδιαφέρεται να μην αναλωθεί σε μια «συμβαντο-λογική» γραφή, εφόσον επιλέγει με διακριτικό τρόπο τη διαρκή προβληματοθεσία και τη σκιαγράφηση των σύστοιχων απαντήσεων.
- Παναγιώτης Νούτσος, «Σημειώσεις καθημερινότητας», Το Βήμα, 12 Δεκεμβρίου 2015
- ※ Μέσα από τα αφηγηματικά τεχνάσματα ο ποιητής ενδιαφέρεται να μην αναλωθεί σε μια «συμβαντο-λογική» γραφή, εφόσον επιλέγει με διακριτικό τρόπο τη διαρκή προβληματοθεσία και τη σκιαγράφηση των σύστοιχων απαντήσεων.
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σκιαγράφηση
|