Μετάβαση στο περιεχόμενο

σκλαβώσει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σκλαβώσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκλαβώνω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκλαβώνω
  3. θα σκλαβώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σκλαβώνω