σκνίπα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκνίπα σκνίπες
γενική σκνίπας σκνιπών
αιτιατική σκνίπα σκνίπες
κλητική σκνίπα σκνίπες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκνίπα < αρχαία ελληνική σκνίψ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκνίπα θηλυκό

  1. είδος εντόμου
  2. (οικείο) μεθυσμένος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]