σκονάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκονάκι σκονάκια
γενική
αιτιατική σκονάκι σκονάκια
κλητική σκονάκι σκονάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκονάκι < σκόνη + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκονάκι ουδέτερο

  1. δόση φαρμάκου ή ναρκωτικού σε σκόνη
  2. (συνεκδοχικά) το χαρτάκι που περιέχει την αντίστοιχη δόση
  3. (οικείο) μικρό χαρτάκι που περιέχει πληροφορίες οι οποίες πρόκειται να χρησιμοποιηθούν για αντιγραφή σε εξετάσεις

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]