σκοπευτήριο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκοπευτήριο σκοπευτήρια
γενική σκοπευτηρίου σκοπευτηρίων
αιτιατική σκοπευτήριο σκοπευτήρια
κλητική σκοπευτήριο σκοπευτήρια
γυναίκα εξασκείται στη σκοποβολή σε κλειστό σκοπευτήριο

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκοπευτήριο < μεσαιωνική ελληνική σκοπευτήριον < σκοπευτής < αρχαία ελληνική σκοπεύω < σκοπός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /skɔ.pεˈfti.ɾi.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκοπευτήριο ουδέτερο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]