σκοπώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκοπώ < αρχαία ελληνική σκοπέω - σκοπῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σκοπώ

  1. έχω σκοπώ, σχεδιάζω, θέτω στόχο, με τη χρήση του στη νεοελληνική να περιορίζεται σε μετοχές και σε σύνθετες μορφές
    Θεωρήθηκε σκοπούμενη βλάβη (για εγκλήματα ή πλημμελήματα από πρόθεση)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]