Μετάβαση στο περιεχόμενο

σκοτεινάγρα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σκοτεινάγρα οι σκοτεινάγρες
      γενική της σκοτεινάγρας
    αιτιατική τη σκοτεινάγρα τις σκοτεινάγρες
     κλητική σκοτεινάγρα σκοτεινάγρες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σκοτεινάγρα < μεσαιωνική ελληνική σκοτεινάγρα  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σκοτεινάγρα θηλυκό

  • (λογοτεχνικό) σκοτάδι, σκοτεινιά
      Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ’ ακρογιάλια | η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στον αφρό· | λάμπουνε ξάφνου πορφυρά της μνήμης τα κοράλλια… (Γιώργος Σεφέρης, Στροφή, Ερωτικός λόγος Β΄, 1931 )

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Κρητικά (el-crt)

[επεξεργασία]

ζητούμενο λήμμα



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σκοτεινάγρα < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σκοτεινάγρα θηλυκό (όψιμη μεσαιωνική ή πρώιμη νεοελληνική)