σκοτεινός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σκοτεινός η σκοτεινή το σκοτεινό
      γενική του σκοτεινού της σκοτεινής του σκοτεινού
    αιτιατική τον σκοτεινό τη σκοτεινή το σκοτεινό
     κλητική σκοτεινέ σκοτεινή σκοτεινό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σκοτεινοί οι σκοτεινές τα σκοτεινά
      γενική των σκοτεινών των σκοτεινών των σκοτεινών
    αιτιατική τους σκοτεινούς τις σκοτεινές τα σκοτεινά
     κλητική σκοτεινοί σκοτεινές σκοτεινά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκοτεινός < αρχαία ελληνική σκοτεινός < σκότος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sko.tiˈnos/ αρσενικό
ΔΦΑ : /sko.tiˈni/ θηλυκό
ΔΦΑ : /sko.tiˈno/ ουδέτερο

Επίθετο[επεξεργασία]

σκοτεινός, -ή, -ό

  1. που δε φωτίζεται
     αντώνυμα: φωτεινός
    η σκοτεινή πλευρά της σελήνης
  2. (χρώμα) χωρίς λάμψη
     συνώνυμα: σκούρος
  3. (μεταφορικά) μυστηριώδης, περίπλοκος
  4. (μεταφορικά) χωρίς σαφήνεια
     συνώνυμα: δυσνόητος
  5. (μεταφορικά) που έχει κακία ή δόλο
    σκοτεινές σχέσεις / συναλλαγές / επαφές
  6. (μεταφορικά) αβέβαιος, ζοφερός, δυσοίωνος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκοτεινός < σκότος

Επίθετο[επεξεργασία]

σκοτεινός, ή, όν

  1. σκοτεινός
  2. σκούρος, σκιερός
    τά γοῦν κοῖλα καί τά ὑψηλά και τά σκοτεινά καί τά φωτεινά καί τά σκληρά...σώματα διά τῶν χρωμάτων ἀπεικάζοντες ἐκμιμεῖσθε :...οι σκιές, τα σκούρα <σε μια ζωγραφιά> (Ξενοφω.)
  3. ασαφής, δυσνόητος
  4. απομονωμένος, δυσπρόσιτος, προστατευμένος στο σκοτάδι, ίσως επειδή θέλει κάτι να κρύψει ή και όχι
    σκοτεινὸν ζῆν : που περιφρουρεί την ιδιωτική του ζωή περισσότερο από το μέσο όρο
  5. τυφλός
    σκοτεινόν ὄμμα
  6. πιθανόν επικίνδυνος
    τόπος σκοτεινός και δυσδιερεύνητος”