Μετάβαση στο περιεχόμενο

σκοτεινός θάλαμος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σκοτεινός θάλαμος οι σκοτεινοί θάλαμοι
      γενική του σκοτεινού θαλάμου των σκοτεινών θαλάμων
    αιτιατική τον σκοτεινό θάλαμο τους σκοτεινούς θαλάμους
     κλητική σκοτεινέ θάλαμε σκοτεινοί θάλαμοι
Παράρτημα:Ουσιαστικά
Συσκευή σκοτεινού θαλάμου του 18ου αιώνα

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σκοτεινός θάλαμος < σκοτεινός + θάλαμος (μεταφραστικό δάνειο από τη νεολατινική camera obscura)
Σκοτεινός θάλαμος φωτογράφου

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

σκοτεινός θάλαμος αρσενικό

  1. (τεχνολογία) οπτική συσκευή, όπου υπάρχει μια οπήφακός) στη μια πλευρά, μέσω της οποίας μια εικόνα - είδωλο προβάλλεται στην απέναντι πλευρά, πάνω σε μια επιφάνεια
  2. (φωτογραφία) δωμάτιο, με λιγοστό φως, το οποίο χρησιμοποιείται για την εμφάνιση του φωτογραφικού φιλμ και εκτυπώνονται οι φωτογραφίες

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]