σκοτεινότης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκοτεινότης θηλυκό


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκοτεινότης < σκότος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκοτεινότης θηλυκό

μέν ἀποδιδράσκων εἰς τήν τοῦ μή ὄντος σκοτεινότητα, τριβῇ προσαπτόμενος αὐτῆς, διά τό σκοτεινόν τοῦ τόπου κατανοῆσαι χαλεπός (Πλάτ. Σοφ. 254α)