σκουλαρίκι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | σκουλαρίκι | τα | σκουλαρίκια |
| γενική | του | σκουλαρικιού | των | σκουλαρικιών |
| αιτιατική | το | σκουλαρίκι | τα | σκουλαρίκια |
| κλητική | σκουλαρίκι | σκουλαρίκια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σκουλαρίκι < μεσαιωνικό ελληνικό σχολαρίκιον < χαρακτηριστικό στρατιωτών του πρώιμου βυζαντινού κράτους, οι οποίοι ονομάζονταν scholarii < αρχαία ελληνική σχολή η πλήρης φράση: σχολαρικόν ενώτιον (το ενώτιο του σχολάριου). Σχολαρικόν > σχολαρίκιον> σκολαρίκι > σκουλαρίκι.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /sku.laˈɾi.ci/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]
σκουλαρίκι ουδέτερο
- κόσμημα, συνήθως μεταλλικό, το οποίο φοράται από τρύπα, συνήθως του λοβού του αυτιού
- ※ Από τα αυτιά της κρέμονταν δυο μεγάλοι ασημένιοι κρίκοι κι απ'το δεξί της φρύδι ένα μικρό σκουλαρίκι και σου έδινε την εντύπωση πως έπασχε από βλεφαρόπτωση. (Δημήτρης Γ. Στεφανάκης, Το μάτι της επανάστασης έχει αχρωματοψία, μυθιστόρημα, εκδ. Ωκεανίδα, 2004, σελ. 30)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]- τα λόγια μου να τα κάνεις σκουλαρίκια (:για να τα ακούς συνέχεια να κουδουνίζουν στα αυτιά σου ή ίσως από τη βυζαντινή έννοια, δηλαδή να τα μάθεις καλά)