σκουλαρίκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκουλαρίκι σκουλαρίκια
γενική σκουλαρικιού σκουλαρικιών
αιτιατική σκουλαρίκι σκουλαρίκια
κλητική σκουλαρίκι σκουλαρίκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκουλαρίκι < μεσαιωνικό ελληνικό σχολαρίκιον < χαρακτηριστικό στρατιωτών του πρώιμου βυζαντινού κράτους, οι οποίοι ονομάζονταν scholarii < αρχαία ελληνική σχολή η πλήρης φράση: σχολαρικόν ενώτιον (το ενώτιο του σχολάριου). Σχολαρικόν > σχολαρίκιον> σκολαρίκι > σκουλαρίκι.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sku.la.ˈɾi.ci/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκουλαρίκι

σκουλαρίκι ουδέτερο

  1. κόσμημα, συνήθως μεταλλικό, το οποίο φοράται από τρύπα, συνήθως του λοβού του αυτιού

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • τα λόγια μου να τα κάνεις σκουλαρίκια (:για να τα ακούς συνέχεια να κουδουνίζουν στα αυτιά σου ή ίσως από τη βυζαντινή έννοια, δηλαδή να τα μάθεις καλά)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]