σκουληκιάρης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική σκουληκιάρης σκουληκιάρα σκουληκιάρικο
γενική σκουληκιάρη σκουληκιάρας σκουληκιάρικου
αιτιατική σκουληκιάρη σκουληκιάρα σκουληκιάρικο
κλητική σκουληκιάρη σκουληκιάρα σκουληκιάρικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σκουληκιάρηδες σκουληκιάρες σκουληκιάρικα
γενική σκουληκιάρηδων σκουληκιάρικων
αιτιατική σκουληκιάρηδες σκουληκιάρες σκουληκιάρικα
κλητική σκουληκιάρηδες σκουληκιάρες σκουληκιάρικα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκουληκιάρης < σκουλήκι + -άρης.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sku.liˈca.zɔ/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σκουληκιάρης, -α, -ικο

  1. γεμάτος σκουλήκια

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]