σκουληκομυρμηγκότρυπα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σκουληκομυρμηγκότρυπα οι σκουληκομυρμηγκότρυπες
      γενική της σκουληκομυρμηγκότρυπας των σκουληκομυρμηγκότρυπων
    αιτιατική τη σκουληκομυρμηγκότρυπα τις σκουληκομυρμηγκότρυπες
     κλητική σκουληκομυρμηγκότρυπα σκουληκομυρμηγκότρυπες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκουληκομυρμηγκότρυπα < σκουλήκ(ι) + -ο- + μυρμηγκότρυπα (μυρμήγκ(ι) + -ό- + τρύπα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκουληκομυρμηγκότρυπα θηλυκό

  1. (γλωσσοδέτης), (σκωπτικά) τρύπα στο έδαφος που χρησιμοποιούν σκουλήκια και μυρμήγκια
    έκφραση: φτου σκουληκομυρμηγκότρυπα
  2. (μεταφορικά) πολύ μεγάλη λέξη ή τυποποιημένη φράση

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]