σκουντώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκουντώ < μεσαιωνική ελληνική σκουντώ < ασκοντώ / κουντώ < ἀκοντίζω < αρχαία ελληνική ἀκοντίζω < ἄκων (γενική: ἄκοντος) < ἀκή (ή < αρχαία ελληνική κοντός: κοντάρι)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /skun.ˈdɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σκουντώ (παθητική φωνή: σκουντιέμαι)

  1. πιέζω ελαφρά κάποιον με το χέρι (ή το πόδι)
    Μ' έπιασε από τον ώμο και με σκούντησε δυνατά• ξύπνησα τρομαγμένος. (Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού)
  2. (μεταφορικά) πιέζω, παροτρύνω

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]