σκουπίδι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σκουπίδι τα σκουπίδια
      γενική του σκουπιδιού των σκουπιδιών
    αιτιατική το σκουπίδι τα σκουπίδια
     κλητική σκουπίδι σκουπίδια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκουπίδι < σκουπ(ίζω) + -ίδι

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sku.'pi.ði/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκουπίδι ουδέτερο

  1. άχρηστο αντικείμενο που πρέπει να αποβληθεί
     συνώνυμα: απόρριμμα, απόβλητο
  2. (μεταφορικά) αντικείμενο χαμηλής ποιότητας
  3. (μειωτικό) ανόητος ή κακοήθης άνθρωπος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]