σκουπίδι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκουπίδι σκουπίδια
γενική σκουπιδιού σκουπιδιών
αιτιατική σκουπίδι σκουπίδια
κλητική σκουπίδι σκουπίδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκουπίδι < σκουπ(ίζω) + -ίδι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sku.'pi.ði/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκουπίδι ουδέτερο

  1. άχρηστο αντικείμενο που πρέπει να αποβληθεί
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: απόρριμμα, απόβλητο
  2. (μεταφορικά) αντικείμενο χαμηλής ποιότητας
  3. (μειωτικά) ανόητος ή κακοήθης άνθρωπος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]