σκουπιδιάρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σκουπιδιάρα οι σκουπιδιάρες
      γενική της σκουπιδιάρας
    αιτιατική τη σκουπιδιάρα τις σκουπιδιάρες
     κλητική σκουπιδιάρα σκουπιδιάρες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκουπιδιάρα < θηλυκό του σκουπιδιάρης

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκουπιδιάρα θηλυκό

  1. το απορριμματοφόρο, το σκουπιδιάρικο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]