σκουριά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκουριά σκουριές
γενική σκουριάς σκουριών
αιτιατική σκουριά σκουριές
κλητική σκουριά σκουριές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σκουριά < αρχαία ελληνική σκωρία < σκῶρ (περίττωμα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σκουριά θηλυκό

  • οξείδιο που δημιουργείται στην επιφάνεια μεταλλικών αντικειμένων
τα κάγκελα δεν είχαν βαφτεί καλά και έπιασαν σκουριά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]