σκουτί

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκουτί σκουτιά
γενική σκουτιού σκουτιών
αιτιατική σκουτί σκουτιά
κλητική σκουτί σκουτιά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκουτί < μεσαιωνική ελληνική σκυτίον < υποκοριστικό του σκῦτος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκουτί ουδέτερο, περισσότερο στον πληθυντικό, τα σκουτιά

  1. χοντρό ύφασμα
  2. ρούχο, φόρεμα


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

(κεφαλονίτικο ιδίωμα)