σκούλλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκούλλος < από την λέξη σκουλίζουμαι που χρησιμοποιείται μόνον από τους Παφίτες, σημαίνει τυλίγομαι τα σεντόνια και είναι αγνώστου ετύμου

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκούλλος αρσενικό

  1. (κυπριακή διάλεκτος), εξαιρετικά υποτιμητικά: άτομο με καταγωγή από την επαρχία της Πάφου, ο Παφίτης

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]