σκούνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σκούνα οι σκούνες
      γενική της σκούνας των σκουνών
    αιτιατική τη σκούνα τις σκούνες
     κλητική σκούνα σκούνες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκούνα < ιταλική scuna < αγγλική schooner

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκούνα θηλυκό

  1. ιστιοφόρο, συνήθως με δύο κατάρτια από τα οποία το πρυμναίο κατάρτι είναι λίγο ψηλότερο (και συνήθως με τραπεζοειδές πανί) από το πλωραίο (που έχει συνήθως τριγωνικό πανί) και πολλές φορές έχει και τρίτο μικρότερο κατάρτι στην πρύμνη, με τριγωνικό πανί, για ιστιοδρομία

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]