σκούφος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκούφος σκούφοι
γενική σκούφου σκούφων
αιτιατική σκούφο σκούφους
κλητική σκούφε σκούφοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκούφος < σκουφί + -ος < μεσαιωνική ελληνική σκούφια / σκουφία < ιταλική scuffia < cuffia < λατινική cofia / cofea / cuffa / cuphia (κράνος, κουκούλα) < φραγκικά *kuf(f)ja ‎(κόμμωση) < πρωτογερμανικά *kupjō ‎(κουκούλα, σκούφος)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈsku.fɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκούφος αρσενικό

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]