σκρόφες

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

σκρόφες

  1. σκρόφα, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού