σκυλάδικο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σκυλάδικο τα σκυλάδικα
      γενική του σκυλάδικου των σκυλάδικων
    αιτιατική το σκυλάδικο τα σκυλάδικα
     κλητική σκυλάδικο σκυλάδικα
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκυλάδικο < σκύλος (αναφορά στην Ελληνική μουσική εκτελεσμένη σε νυχτερινά κέντρα διασκεδάσεως που συγκρίνονται υποτιμητικά με ουρλιαχτά σκύλου)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκυλάδικο ουδέτερο

  1. (μειωτικό) χαρακτηρισμός για νυχτερινό ελληνικό κέντρο διασκέδασης που προσφέρει χώρο για χορό και ζωντανή λαϊκή μουσική η οποία θεωρείται ως κατώτερης ποιότητας
  2. (μειωτικό) είδος τραγουδιού που τραγουδιέται στα σκυλάδικα (1)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]