σκυλί

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκυλί σκυλιά
γενική σκυλιού σκυλιών
αιτιατική σκυλί σκυλιά
κλητική σκυλί σκυλιά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκυλί < μεσαιωνική ελληνική σκυλί < σκυλίον υποκοριστικό του σκύλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκυλί ουδέτερο

  1. ο σκύλος (→ βλέπε λέξη)
  2. (μεταφορικά) σκληροτράχηλος άνθρωπος που δείχνει μεγάλη αντοχή σε ταλαιπωρίες
  3. (μειωτικά) γυναίκα υπερβολικά προκλητική και συνήθως άσχημη

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • αγαρηνά σκυλιά: υβριστικός χαρακτηρισμός των μωαμεθανών από τους χριστιανούς κατά την Τουρκοκρατία
  • γίνομαι σκυλί: θυμώνω πάρα πολύ
  • σαν το σκυλί: ως επίταση για κάτι που κάνει κάποιος σε μαγάλο βαθμό, υπερβολικά
δουλεύει σαν το σκυλί (δουλεύει ασταμάτητα κι αγόγγυστα)
  • σαν το σκυλί στ' αμπέλι: για άνθρωπο που πέθανε ή τον σκότωσαν και τον παράτησαν νεκρό με τρόπο άσπλαχνο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]