σκυλοβαρεθεί
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]σκυλοβαρεθεί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκυλοβαριέμαι
- (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκυλοβαριέμαι
- θα σκυλοβαρεθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σκυλοβαριέμαι