Μετάβαση στο περιεχόμενο

σκυλοβαρεθείς

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σκυλοβαρεθείς

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκυλοβαριέμαι
  2. θα σκυλοβαρεθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σκυλοβαριέμαι