σκυλόδοντο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σκυλόδοντο τα σκυλόδοντα
      γενική του σκυλόδοντου των σκυλόδοντων
    αιτιατική το σκυλόδοντο τα σκυλόδοντα
     κλητική σκυλόδοντο σκυλόδοντα
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκυλόδοντο < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκυλόδοντο ουδέτερο

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


Μεταφράσεις[επεξεργασία]