σκυλόψαρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σκυλόψαρο τα σκυλόψαρα
      γενική του σκυλόψαρου των σκυλόψαρων
    αιτιατική το σκυλόψαρο τα σκυλόψαρα
     κλητική σκυλόψαρο σκυλόψαρα
όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκυλόψαρο < σκυλο- + -ψαρο

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sciˈlo.psa.ɾo/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ένα σκυλόψαρο

σκυλόψαρο ουδέτερο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]