σκυλόψαρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκυλόψαρο σκυλόψαρα
γενική σκυλόψαρου σκυλόψαρων
αιτιατική σκυλόψαρο σκυλόψαρα
κλητική σκυλόψαρο σκυλόψαρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σκυλόψαρο < σκυλο- (< σκύλος) + -ψαρο (< ψάρι)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /sci.ˈlɔ.psa.ɾɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ένα σκυλόψαρο

σκυλόψαρο ουδέτερο

  1. (ιχθυολογία) κάθε ψάρι που μοιάζει στον καρχαρία, έχει αιχμηρά δόντια και ζει στο βυθό

32πχ Μεταφράσεις[]