σκυλόψαρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σκυλόψαρο τα σκυλόψαρα
      γενική του σκυλόψαρου των σκυλόψαρων
    αιτιατική το σκυλόψαρο τα σκυλόψαρα
     κλητική σκυλόψαρο σκυλόψαρα
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκυλόψαρο < σκυλο- (< σκύλος) + -ψαρο (< ψάρι)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sci.ˈlɔ.psa.ɾɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ένα σκυλόψαρο

σκυλόψαρο ουδέτερο

  1. (ιχθυολογία) κάθε ψάρι που μοιάζει στον καρχαρία, έχει αιχμηρά δόντια και ζει στο βυθό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]