σκωληκοειδής απόφυση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκωληκοειδής απόφυση < → δείτε τη λέξη: σκωληκοειδής και απόφυση
σε κύκλο η σκωληκοειδής απόφυση

Open book 01.svg Πολυλεκτικός όρος[επεξεργασία]

σκωληκοειδής απόφυση θηλυκό

  1. (ιατρική) μια τυφλή απόφυση του παχέος εντέρου που μερικές φορές φλεγμαίνει και απαιτεί χειρουργική επέμβαση γιανα μην προκληθεί περιτονίτιδα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]