σκότα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκότα σκότες
γενική σκότας
αιτιατική σκότα σκότες
κλητική σκότα σκότες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκότα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκότα θηλυκό

  1. το σκοινί που χρησιμοποιείται στο πλοίο για την ρύθμιση του ανοίγματος των πανιών.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]