σκύρο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκύρο σκύρα
γενική σκύρου σκύρων
αιτιατική σκύρο σκύρα
κλητική σκύρο σκύρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκύρο < ελληνιστική κοινή σκῦρος < ξυρόν < ξύω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ksnew- < *kes- (ξύνω, λειαίνω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκύρο ουδέτερο

  • (γεωλογία) μικρό κομμάτι πέτρας που προέρχεται από τεχνητό τεμαχισμό στερεών πετρωμάτων, χαλίκι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]