σκώληξ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκώληξ < αρχαία ελληνική σκώληξ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκώληξ αρσενικό

  1. (καθαρεύουσα) το σκουλήκι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική σκώληξ σκώληκε σκώληκες
Γενική σκώληκος σκωλήκοιν σκωλήκων
Δοτική σκώληκι σκωλήκοιν σκώληξι(ν)
Αιτιατική σκώληκα σκώληκε σκώληκας
Κλητική σκώληξ σκώληκε σκώληκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκώληξ < θέμα σκωλ- < ρίζα *sqel - (κάμπτω, λυγίζω). Από την ίδια ρίζα και το σκέλος[1]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκώληξ αρσενικό

  1. σκουλήκι
  2. (μεταφορικά) τιποτένιος άνθρωπος

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Hofmann, J. B. Ἐτυμολογικόν Λεξικόν τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς. Μτφρ: Αντώνιος Δ. Παπανικολάου. Αθήνα: 1974. (Γερμανικά: Etymologisches Wörterbuch des Griechischen. Munich: R. Oldenbourg, 1949.), σελ. 386