Μετάβαση στο περιεχόμενο

σκῆπτρον

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ σκῆπτρον τὰ σκῆπτρ
      γενική τοῦ σκήπτρου τῶν σκήπτρων
      δοτική τῷ σκήπτρ τοῖς σκήπτροις
    αιτιατική τὸ σκῆπτρον τὰ σκῆπτρ
     κλητική ! σκῆπτρον σκῆπτρ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  σκήπτρω
γεν-δοτ τοῖν  σκήπτροιν
2η κλίση, Κατηγορία 'τέκνον' όπως «στοιχεῖον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σκῆπτρον, ομηρικό < σκήπτω + -τρον

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σκῆπτρον ουδέτερο

  1. (αρχική σημασία) μπαστούνι
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 17 (ρ. Τηλεμάχου καὶ Ὀδυσσέως ἐπάνοδος εἰς Ἰθάκην.), στίχ. 199
    Εὔμαιος δ' ἄρα οἱ σκῆπτρον θυμαρὲς ἔδωκε
    Κι ο Εϋμαιος [του] έδωσε μπαστούνι αγαπημένο/προσφιλές
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 1 (Κλειώ), 195.2
    σφρηγῖδα δὲ ἕκαστος ἔχει καὶ σκῆπτρον χειροποίητον· ἐπ᾽ ἑκάστῳ δὲ σκήπτρῳ ἔπεστι πεποιημένον ἢ μῆλονῥόδονκρίνοναἰετός ἢ ἄλλο τι· ἄνευ γὰρ ἐπισήμου οὔ σφι νόμος ἐστὶ ἔχειν σκῆπτρον.
    Καθένας έχει τη σφραγίδα του, και κρατά μπαστούνι δουλεμένο στο χέρι. Κάθε μπαστούνι έχει στο πάνω μέρος του σκαλισμένο ένα μήλο ή τριαντάφυλλο ή κρίνο ή αετό ή κάτι άλλο· γιατί δε συνηθίζεται να κρατά κανείς μπαστούνι, που να μην έχει το διακριτικό του έμβλημα.
  2. σκήπτρο, έμβλημα βασιλικής εξουσίας
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 1 (Α. Λοιμός. Μῆνις.), στίχ. 15 (14-15)
    στέμματ’ ἔχων ἐν χερσὶν ἑκηβόλου Ἀπόλλωνος
    χρυσέῳ ἀνὰ σκήπτρῳ, καὶ λίσσετο πάντας Ἀχαιούς,
    [ο Χρύσης] γιρλάντες τυλιχτές έχοντας στα χέρια στου εκηβόλου Απολλωνα
    το χρυσό το σκήπτρο, και ικέτευε όλους τους Αχαιούς