Μετάβαση στο περιεχόμενο

σκῦτος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: σκύτος

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ σκῦτος τὰ σκύτη - σκύτε
      γενική τοῦ σκύτους - σκύτεος τῶν σκυτῶν - σκυτέων
      δοτική τῷ σκύτει - σκύτεῐ̈ τοῖς σκύτεσ(ν)
    αιτιατική τὸ σκῦτος τὰ σκύτη - σκύτεα
     κλητική ! σκῦτος σκύτη - σκύτεα
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  σκύτει - σκύτεε
γεν-δοτ τοῖν  σκυτοῖν - σκυτέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'βέλος' όπως «σκεῦος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σκῦτος < τεχνικός όρος αβέβαιης ετυμολογίας[1].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /skŷː.tos/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: σκῦτος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σκῦτος, -ους/-εος ουδέτερο

  1. δέρμα, τομάρι
  2. (ειδικότερα) δορά, προβιά, δέρμα που χρησιμοποιείται ως ρούχο
  3. δερμάτινος φαλλός, τον οποίο χρησιμοποιούσαν στην αττική κωμωδία
  4. ιμάντας από δέρμα

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

σκῦτος (αρχαία ελληνικά)

νέα ελληνικά: σκύτος

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα, εκδ. Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.