σκῦτος
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | σκῦτος | τὰ | σκύτη - σκύτεᾰ |
| γενική | τοῦ | σκύτους - σκύτεος | τῶν | σκυτῶν - σκυτέων |
| δοτική | τῷ | σκύτει - σκύτεῐ̈ | τοῖς | σκύτεσῐ(ν) |
| αιτιατική | τὸ | σκῦτος | τὰ | σκύτη - σκύτεα |
| κλητική ὦ! | σκῦτος | σκύτη - σκύτεα | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | σκύτει - σκύτεε | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | σκυτοῖν - σκυτέοιν | ||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'βέλος' όπως «σκεῦος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σκῦτος < τεχνικός όρος αβέβαιης ετυμολογίας[1].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /skŷː.tos/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : σκῦ‐τος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σκῦτος, -ους/-εος ουδέτερο
- δέρμα, τομάρι
- (ειδικότερα) δορά, προβιά, δέρμα που χρησιμοποιείται ως ρούχο
- δερμάτινος φαλλός, τον οποίο χρησιμοποιούσαν στην αττική κωμωδία
- ιμάντας από δέρμα
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Απόγονοι
[επεξεργασία]σκῦτος (αρχαία ελληνικά)
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα, εκδ. Πάπυρος, 1981‑1994, έκδοση: 2013.
Πηγές
[επεξεργασία]- σκῦτος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- σκῦτος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'βέλος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σκεῦος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπερισπώμενα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα προπερισπώμενα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βέλος' προπερισπώμενα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπερισπώμενες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με άγνωστη ετυμολογία (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)