σμάλτο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σμάλτο σμάλτα
γενική σμάλτου σμάλτων
αιτιατική σμάλτο σμάλτα
κλητική σμάλτο σμάλτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σμάλτο < ιταλική smalto

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈzmal.tɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σμάλτο ουδέτερο

  1. υαλώδης επίστρωση σε κεραμικά και μεταλλικά αντικείμενα που τους δίνει λαμπερή όψη
  2. η λευκή σκληρή ουσία που καλύπτει το ορατό μέρος του δοντιού
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αδαμαντίνη

32πχ Μεταφράσεις[]