σμάλτο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σμάλτο τα σμάλτα
      γενική του σμάλτου των σμάλτων
    αιτιατική το σμάλτο τα σμάλτα
     κλητική σμάλτο σμάλτα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σμάλτο < ιταλική smalto < υστερολατινική smaltum < φραγκική *smalt < πρωτογερμανική *smaltiją

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈzmal.to/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σμάλτο ουδέτερο

  1. υαλώδης επίστρωση σε κεραμικά και μεταλλικά αντικείμενα που τους δίνει λαμπερή όψη
  2. η λευκή σκληρή ουσία που καλύπτει το ορατό μέρος του δοντιού
     συνώνυμα: αδαμαντίνη

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]