σμίκρυνση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | σμίκρυνση | οι | σμικρύνσεις |
| γενική | της | σμίκρυνσης* | των | σμικρύνσεων |
| αιτιατική | τη | σμίκρυνση | τις | σμικρύνσεις |
| κλητική | σμίκρυνση | σμικρύνσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, σμικρύνσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σμίκρυνση θηλυκό
- η ελάττωση των διαστάσεων ενός αντικειμένου
- αντικείμενο λίστας με τελείες
Αντώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σμίκρυνση
Πηγές
[επεξεργασία]- σμίκρυνση - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- σμίκρυνση - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)