Μετάβαση στο περιεχόμενο

σμίκρυνση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σμίκρυνση οι σμικρύνσεις
      γενική της σμίκρυνσης* των σμικρύνσεων
    αιτιατική τη σμίκρυνση τις σμικρύνσεις
     κλητική σμίκρυνση σμικρύνσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, σμικρύνσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σμίκρυνση < σμικρύνω < σμικρός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σμίκρυνση θηλυκό

  1. η ελάττωση των διαστάσεων ενός αντικειμένου
  2. αντικείμενο λίστας με τελείες

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]